mpala

Άγνωστο's avatar

This user hasn't shared any biographical information

Η Σιωπή της Κωλοπετεινίτσας

Λοιπόν, η κολλητή η Μαριώ, αυτή η γλυκανάλατη που μασούσε Barbie και ονειρευόταν πρίγκιπες πάνω σε άλογα, αποφάσισε να μας τα χώσει χοντρά. Από το νηπιαγωγείο μαζί, λέγαμε τις ίδιες μαλακίες, μοιραζόμασταν τα ίδια μικρόβια και ξαφνικά, μπαμ! Αρραβωνιάστηκε τον πρώτο μαλάκα που της έκλεισε το μάτι και μας άφησε σύξυλες. «Πάω για φράουλες», μας είπε και πήγε για… πεθερόσογα.

Όποτε γύριζε στο χωριό, βρισκόμασταν για τα απαραίτητα ουίσκια που κατέληγαν σε ακατάληπτα γέλια και υποσχέσεις για παντοτινή φιλία – τις οποίες, όπως αποδείχθηκε, τις έπαιρνε ο αέρας μαζί με τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ. Μέχρι που, ω του θαύματος, έπεσα πάνω στον πρώην γαμπρό της αδερφής της. Ναι, καλά άκουσες. Τον ξεπέταξα κι αυτόν, τι να κάνουμε; Η ζωή είναι μικρή για να πίνεις άνοστο κρασί.

Και κάπου εκεί, ο δικός της ο γκόμενος, ο τυχερός που την είχε κλείσει στο κλουβί, κάτι έπαθε. Μάλλον του στράβωσε ο κώλος. Γιατί από τον Σεπτέμβρη και μετά, η Μαριώ εξαφανίστηκε. Την μάθαινα από τρίτους. «Α, είναι εδώ», «Α, έφυγε». Στην αρχή πήρα δυο τηλέφωνα, μου έλεγε «όλα καλά, αγάπη μου». Μετά στις γιορτές, μηνύματα στην άβυσσο. Όχι, δεν έπαιζε να μην είχε κάρτα, σήμα είχε το παλιοκόριτσο. Κατάλαβα αμέσως: η πεθερά-τέρατας και η υπόλοιπη συμμορία των κωλανθρώπων είχαν βάλει το χεράκι τους. Και εγώ, φυσικά, έγινα η ανεπιθύμητη.

Εννέα μήνες μετά, την πετυχαίνω στις εκλογές. Αντί να μου πει «τι κάνεις, ρε μπαμπουίνο;», μου πετάει ένα ξερό «γεια» και ένα «τα λέμε». Τα λέμε στα @@ μου, σκέφτηκα. Χάλασα που την είδα και μου φέρθηκε σαν να ήμουν ο μπακάλης της γειτονιάς. Χθες, πάλι, την πετυχαίνω στον δρόμο. Βιαζόμουν σαν να με κυνηγάει ο διάβολος, και διάθεση για δράματα δεν είχα. Ένα «γεια» από μακριά, χωρίς φρένα. Και ξανά τα νεύρα μου τσίτα.

Και τώρα, τι μου σκάει μύτη; Τηλέφωνο. Η Μαριώ. «Καφέ;» μου λέει, λες και τίποτα δεν έγινε. Δεν το περίμενα καθόλου. Τώρα κάθομαι και σκέφτομαι αν πρέπει να χαρώ, να την στείλω να πηδηχτεί ή να πάω απλά για να της τα χώσω. Έχω μάθημα σε λίγο και αντί να σκέφτομαι τον πουλημένο Πλάτωνα, το μυαλό μου στροβιλίζεται γύρω από αυτή την κωλοϋπόθεση. Η πίεσή μου χτυπάει κόκκινο.

Αν τελικά συναντηθούμε αύριο, θα την ρωτήσω στα ίσα. Εγώ πάντα ήμουν ειλικρινής, ακόμα και όταν έλεγα μαλακίες. Τώρα είναι η σειρά της να μου εξηγήσει γιατί με έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια. Και αν η απάντησή της δεν μου αρέσει, ας ετοιμάζεται για πόλεμο. Γιατί εγώ, αγάπη μου, μπορεί να πίνω, να λέω βλακείες και να τα φτιάχνω με τους λάθος ανθρώπους, αλλά τις φίλες μου δεν τις ξεχνάω. Και όποιος τις πειράζει, θα το πληρώσει. Ακόμα κι αν φοράει λευκό φόρεμα και έχει στείλει προσκλητήρια.

Σχολιάστε

Οι Μεταφράσεις των Εραστών

Αθήνα, 1965.

Η Καλλιόπη είχε ήδη κλείσει πίσω της την Άρτα με ένα «ως εδώ» και μια βαλίτσα γεμάτη μακριά φουστάνια και ανέκδοτες απαντήσεις. Στην πρωτεύουσα δεν έψαχνε την τύχη της – την κουβαλούσε μαζί της, διπλωμένη στον κότσο της.

Είχε πιάσει δουλειά σ’ ένα μικρό εκδοτικό στη Σκουφά, που ειδικευόταν σε μεταφράσεις ερωτικών γαλλικών και ιταλικών νουβελών. Εκείνη, με γαλλικά άριστα και ιταλικά του δρόμου (εκείνα που σε βγάζουν από μπλεξίματα ή σε βάζουν σε νέα), γρήγορα έγινε η πιο αξιόπιστη φωνή της ηδονής στα ελληνικά.

Μόνο που η Καλλιόπη δεν μετέφραζε απλώς βιβλία. Μετέφραζε και εραστές.

Ο Γκαμπριέλ, ο πρώτος της στο Κολωνάκι, ήθελε να είναι poète maudit, αλλά στη μετάφραση έβγαινε «παραπονιάρης με κριθαράκι».
Ο Τζούλιο, Ιταλός μπάρμαν με πλάτη θεού και μυαλό κενού, ήταν γεμάτος πάθος – μόνο που το πάθος δεν έχει άρθρα και κλίνεται δύσκολα.
Ο Μαρσέλ, καθηγητής λογοτεχνίας από τη Λυόν, την έκανε να ξεφύγει για λίγο. Ώσπου μια μέρα τού είπε:
– «Δεν είναι ότι δεν σε καταλαβαίνω, Μαρσέλ. Είναι ότι σ’ έχω ήδη διαβάσει.»

Το μικρό της διαμέρισμα στην Κυψέλη γέμιζε ράφια με χειρόγραφα και νύχτες με σιωπές γεμάτες ερωτήσεις. Ήταν η εποχή που φορούσε μολύβι στα μάτια και λέξεις στα χείλη.

Η φίλη της, η Ζωρζέτ από το Παρίσι, τη ρώτησε ένα βράδυ: – «Καλή μου, γιατί κάθε φορά που σε φλερτάρει κάποιος, αντί να απαντήσεις, ανοίγεις ένα λεξικό;»
– «Γιατί, αγαπημένη μου,» είπε η Καλλιόπη χαμογελώντας, «όλοι οι άντρες είναι ξενόγλωσσοι. Το ζήτημα είναι ποιοι αξίζουν να μεταφραστούν.»

Σχολιάστε

Οι Χάριτες της Άρτας

Η Άρτα δεν είχε θάλασσα, αλλά είχε γυναίκες που μπορούσαν να σε πνίξουν με μια ματιά. Από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε στην πόλη, αυτές οι γυναίκες με χτύπησαν σαν ηλεκτροshock. Δεν ήταν απλές θνητές – ήταν εκρηκτικές θεότητες με καμπύλες που έγραφαν ιστορία και βλέμματα που έκαιγαν περισσότερο από τον καπνό της Λέλας.

Η πρώτη που τράβηξε την προσοχή μου ήταν η Μαρίνα, η ιδιοκτήτρια του μπακάλικου απέναντι από το ξενοδοχείο. Ψηλή, με μαύρα σγουρά μαλλιά που έπεφταν σαν καταρράκτης πάνω από τους ώμους της, και μάτια σαν δύο κρατήρες ηφαιστείου. Το φόρεμά της ήταν τόσο σφιχτό που έμοιαζε να ζητά βοήθεια, ενώ τα χείλη της, βαμμένα σε κόκκινο τόνο «θα με μετανιώσεις», κινούνταν με υπολογισμένη αισθησιακή κίνηση κάθε φορά που ρουφούσε το τσιγάρο της.

«Μπορώ να σου προσφέρω φωτιά;» της είπα μια μέρα, προσποιούμενος πως δεν πρόσεξα τον άντρα της που στεκόταν δύο μέτρα πίσω, κρατώντας ένα κουτί γαλοπούλας.

Με μελέτησε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να έψαχνε για ελαττώματα. «Έχω ήδη», μου απάντησε, αναπτύσσοντας μια φλόγα από το πλαστικό αναπτήρα της με τέτοια δεξιοτεχνία που ένιωσα ανεπαρκής.

Σχολιάστε

Το Καλοκαίρι Πριν την Πτώση

Το Καλοκαίρι Πριν την Πτώση

Άρτα, Καλοκαίρι του 1963.
Η Καλλιόπη ήταν είκοσι δύο χρονών και περπατούσε σαν να φορούσε την πόλη για φόρεμα. Στην πλατεία, όταν περνούσε, τα τραπεζάκια σωπαίναν. Όχι από σεβασμό· από περιέργεια. Όλοι ήθελαν να δουν ποια θα ήταν η επόμενη της κίνηση.

Την αποκαλούσαν Καλλιόπη η Δασκάλα, αν και δεν είχε πιάσει ποτέ κιμωλία. Το μόνο που δίδασκε ήταν η τέχνη του να λες όχι με χαμόγελο.

Στον «Κύκλο», το αγαπημένο της καφενείο, κάπνιζε Muratti και διάβαζε εφημερίδες ανάποδα – μόνο για να δοκιμάζει ποιος προσπαθούσε να την εντυπωσιάσει με διορθώσεις.

Μια μέρα, ήρθε ο Σπύρος Μαυροειδής από την Πρέβεζα. Ψηλός, με φωνή που έμοιαζε να έχει πιει κονιάκ και στάχτη. Φορούσε το πουκάμισό του ανοιχτό μέχρι εκεί που αρχίζουν τα λάθη. Ήταν από τους άντρες που κουβαλούν αυτοπεποίθηση σε δόσεις που προκαλούν ίλιγγο.

– «Καλλιόπη, έχεις κάτι που δεν εξηγείται.»
– «Κι εσύ έχεις κάτι που εξηγείται πολύ εύκολα, αλλά θα το αφήσω να γίνει ενδιαφέρον.»

Έπαιξαν ένα καλοκαίρι μαζί – παρτίδες με βλέμματα, απογεύματα με ρακή και φράσεις κοφτερές σαν ακονισμένα μαχαιροπήρουνα. Το φιλί τους, όταν ήρθε, δεν ήταν ρομαντικό. Ήταν συμφωνία.

Μια νύχτα τον βρήκε να σκαλίζει το συρτάρι της. «Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο ή τον εαυτό σου;» του είπε. Και τότε κατάλαβε – ο Σπύρος ήθελε να κατακτήσει. Εκείνη, όμως, δεν ήταν έπαθλο.

Του έγραψε ένα σημείωμα και του το άφησε πάνω στο τραπέζι με το τελευταίο τσιγάρο του:
«Οι χάρτες μου δεν διαβάζονται με πυξίδα. Χάνονται όσοι νομίζουν ότι με βρήκαν.»

Έκτοτε, η Καλλιόπη συνέχισε. Σιωπηλή, σταθερή, με εκείνο το βλέμμα των γυναικών που έζησαν έναν μεγάλο έρωτα και αποφάσισαν ότι το επόμενο τους φλερτ θα είναι με τη ζωή την ίδια.

Σχολιάστε

Η Δική Μου Αλήθεια, Γυμνή

Ήταν μια εποχή μετά από μεγάλες αλλαγές, μια άνοιξη που έμοιαζε να φέρνει νέα ξεκινήματα, κι εγώ, ένα νεαρό κορίτσι που μόλις άνοιγε τα φτερά του, αναζητούσα τη δική μου θέση στον κόσμο. Βρισκόμουν σε μια ξένη πόλη, δήθεν για να γεμίσω το μυαλό μου με γνώσεις, αλλά η αλήθεια ήταν πως η καρδιά μου έψαχνε κάτι άλλο, κάτι πιο αληθινό. Ήμουν μια ψυχή που αγαπούσε τη νύχτα και τα μυστικά της, που έλκυε τις σκοτεινές γωνιές της ύπαρξης, παρόλο που η ζωή μου μέχρι τότε είχε κυλήσει σε ήρεμα νερά.

Θυμάμαι εκείνες τις μέρες σαν να ήταν χθες. Βρέθηκα σε ένα μικρό μπαρ σε μια παλιά γειτονιά, ένα στέκι με μια ατμόσφαιρα ελεύθερη και αντισυμβατική. Ο ιδιοκτήτης του είχε μια αύρα επαναστατική, σαν αυτούς τους καλλιτέχνες που αμφισβητούν τα καθιερωμένα. Εκεί τον είδα για πρώτη φορά. Εκείνον. Ήταν φίλος του ιδιοκτήτη, και αμέσως κάτι στην παρουσία του με τράβηξε σαν μαγνήτης. Ήταν όμορφος με έναν ατίθασο τρόπο, ένας άνθρωπος που έμοιαζε να ζει στα άκρα, με μια φωνή που κουβαλούσε ιστορίες και μια λάμψη στα μάτια που πρόδιδε μια βαθιά φλόγα.

Εγώ, με τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες και μια πρώτη απόπειρα έκφρασης στον κόσμο των γραμμάτων, ένιωθα συχνά σαν να μην ταιριάζω πουθενά. Ήμουν μια μοναχική φιγούρα που αναζητούσε μια σύνδεση, ένα βλέμμα που θα καταλάβαινε την εσωτερική μου αναταραχή. Εκείνος ήταν λίγο μεγαλύτερος, στα πρόθυρα μιας νέας δεκαετίας της ζωής του, κι εγώ μόλις είχα αφήσει πίσω μου την εφηβεία. Δύο υπάρξεις που ένιωθαν μια ακατανίκητη έλξη.

Θυμάμαι την πρώτη μας επαφή. Πήγα να παραγγείλω κάτι, κι εκείνος έκανε μια απροσδόκητη κίνηση που σταμάτησε τα βήματά μου. Τον προσπέρασα κάνοντας πως δεν τον είδα, αλλά μια αδιόρατη σπίθα είχε ήδη ανάψει μέσα μου. Ήθελα απλώς να πάρω αυτό που ήθελα, αλλά κάτι άλλο, πιο δυνατό, είχε αρχίσει να κινείται. Καθίσαμε μαζί μέχρι το ξημέρωμα, στην ίδια παρέα με τον ιδιοκτήτη. Εκείνη τη νύχτα, ο αέρας ήταν γεμάτος μια αδιόρατη ένταση. Οι ματιές μας συναντιόνταν κρυφά, γεμάτες μια ανείπωτη περιέργεια. Οι φωνές μας χαμήλωναν σε ψιθύρους, και κάθε τυχαίο άγγιγμα άφηνε ένα ηλεκτρικό ρεύμα. Η γοητεία ήταν αμοιβαία, σαν μια σιωπηλή υπόσχεση για κάτι περισσότερο.

Αυτό που μας έδεσε ακόμα πιο σφιχτά ήταν μια κοινή μας αδυναμία, ένα σκοτεινό μονοπάτι που και οι δύο είχαμε αρχίσει να εξερευνούμε. Εκείνος, στα μάτια πολλών, έμοιαζε με ένα ελεύθερο πνεύμα. Αλλά κάθε ελεύθερο πνεύμα συχνά παλεύει με τους δικούς του δαίμονες. Η αλήθεια είναι πως και οι δύο είχαμε ήδη δοκιμάσει την απαγορευμένη γεύση μιας συγκεκριμένης ουσίας. Εκείνος από παλιά, εγώ σαν μια ψυχή που αναζητούσε τα όρια της αισθητικής και της εμπειρίας, που ήθελε να αγγίξει την άβυσσο. Η πρώτη μου επαφή ήταν μια προσωπική αναζήτηση, λίγο πριν τον γνωρίσω.

Η σχέση μας ήταν ένα εκρηκτικό μείγμα νιότης, έρωτα και μιας ακόρεστης δίψας για κάτι πέρα από τα συνηθισμένα. Εκείνος βρισκόταν σε μια δημιουργική φάση, γεμίζοντας τον κόσμο με τους ήχους του. Εγώ τον συναντούσα κρυφά, σαν φυγάς, αφήνοντας πίσω μου την καθημερινότητα για λίγες ώρες στην αγκαλιά του. Χρειαζόταν την παρουσία μου, έστω και σιωπηλή, για να αντλήσει έμπνευση. Οι νύχτες μας ήταν γεμάτες κλεμμένες στιγμές, ψίθυρους γεμάτους πόθο και μια σωματική έλξη που έμοιαζε ακατανίκητη.

Ήμασταν ο ένας η αδυναμία του άλλου, όμως. Ανάμεσα στις καλλιτεχνικές μας αναζητήσεις, υπήρχαν πάντα οι σκιές μιας κοινής εξάρτησης. Εκείνος είχε παλέψει με αυτό στο παρελθόν, αλλά πάντα κατάφερνε να αναδυθεί. Εγώ ήμουν ακόμα στην αρχή, ίσως είχα ακόμα την ευκαιρία να αλλάξω πορεία. Αλλά όταν οι ζωές μας μπλέχτηκαν, η δύναμη της έλξης ήταν τόσο μεγάλη που μας τράβηξε και τους δύο πιο βαθιά στο σκοτάδι.

Κάποια στιγμή, οι δρόμοι μας χώρισαν. Είπα ότι έπρεπε να απομακρυνθώ για να βρω τον εαυτό μου. Οι κοινοί μας φίλοι έλεγαν ότι η λάμψη που τον χαρακτήριζε είχε σβήσει, και ίσως δεν μου ήταν πια αρκετός. Βρήκα παρηγοριά στην αγκαλιά ενός άλλου, και εκείνος αργότερα σε μια άλλη. Αλλά στην πραγματικότητα, η ανάμνηση της έντασης που μας ένωνε παρέμενε σαν μια αόρατη πληγή.

Εγώ άντεξα λίγο περισσότερο, παλεύοντας με τους δικούς μου δαίμονες. Με βρήκαν νεκρή, χρόνια αργότερα, έχοντας χάσει τη μάχη με τις καταχρήσεις. Εκείνος είχε φύγει νωρίτερα. Ο άνθρωπος που μας είχε φέρει κοντά, ο κοινός μας φίλος, ακολούθησε κι αυτός μια δύσκολη πορεία.

Θυμάμαι όμως εκείνες τις πρώτες στιγμές, την ακαταμάχητη έλξη, την αμοιβαία λαχτάρα. Θυμάμαι την αίσθηση του δέρματός του, τη μυρωδιά του, τη γεύση των φιλιών μας. Υπήρχε μια σιωπηλή κατανόηση, μια άρρητη υπόσχεση να εξερευνήσουμε μαζί τις πιο σκοτεινές και τις πιο φωτεινές πτυχές της ύπαρξής μας. Ήμασταν νέοι, γεμάτοι πάθος, και η σωματική μας ένωση ήταν μια έκρηξη αισθήσεων, μια στιγμή όπου ο χρόνος σταματούσε. Τότε μου είχε αφιερώσει ένα τραγούδι, ένα τραγούδι γεμάτο ένταση και μια υπόνοια θλίψης, μια μελωδία που έμοιαζε να περιγράφει την εύθραυστη ομορφιά της σχέσης μας. Είχαμε μόνο ο ένας τον άλλον, και η σωματική μας επαφή ήταν η πιο δυνατή απόδειξη της αμοιβαίας μας ανάγκης, όσο κι αν αυτή μας οδηγούσε στην καταστροφή.

Ήμασταν δύο ψυχές που βρήκαν για λίγο καταφύγιο η μία στην άλλη, σε μια εποχή γεμάτη αλλαγές και αναζητήσεις. Και αυτή είναι η δική μου αλήθεια, χωρίς ονόματα και χωρίς χρονολογίες, μια ιστορία πάθους και πόνου που άφησε ανεξίτηλο σημάδι στην ψυχή μου.

Σχολιάστε

Το Κουτσομπολιό Είναι για τους Καημένους» 🔥

ΛΕΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΑ: κουτσομπολιό, καημένοι, χασομέρηδες, ρεζίλι, γλείφτες

Σχολιάστε

Care Beauty Seamless Pattern Barber Shop Icons Vector

52153385 © Mariia Akimova | Dreamstime.com

Σχολιάστε

εκείνοι πλέον δουλεύουν μαζί μας

Κουλή και Κούλικοι και οι Έλληνες πλην Πασόκων

Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε
πώς θα γέλαγαν στα σπασμένα γραφεία τους
οι παλιοί Ρηγάδες με την επιγραφή:
«Πλην Πασόκων»—φυσικά!
Δεν ήταν ποτέ για να τρέχουν
όπως οι πολυτιμότεροι υπηρέτες.
Μια κυβερνητική θητεία χωρίς
την «αγωνιστική» τους σφραγίδα
δεν θα τους φαινόταν καν ψήγμα ιστορίας.
Α, βεβαίως, «πλην Πασόκων».

Είναι κι αυτό μια στάση. Τη νιώθεις.

Έτσι, πλην Πασόκων στις κάλπες·
και στα μνημόνια μετά·
και στο μεγάλο ξεπούλημα,
όπου διαλύθηκε η τελευταία αντίσταση
που στο Σύνταγμα μαζεύανε οι απεργοί:
που από το Σύνταγμα ξεκίνησε για νίκη,
και διαλύθηκε.

Και απ’ την θαυμάσια νεοελληνική αναγέννηση,
την φιλελεύθερη, την ευρωπαϊκή,
την περιφημισμένη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάστηκε ποτέ,
την ασύγκριτη: βγήκαμε εμείς·
οι Νεοδημοκράτες, οι Μεταρρυθμιστές,
οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι πιστοί της αγοράς.

Εμείς· οι Μητσοτακικοί, οι Κουληδικοί,
οι ευπατρίδες των μνημονίων,
οι ιεροψάλτες της ανάπτυξης,
κι όσοι άλλοι.
Με τις επενδύσεις των ολιγαρχών,
με τις «προσαρμογές» που χτύπησαν τον λαό,
και την Κοινή Νεοελληνική Δικαιολογία
ως τις τράπεζες την πήγαμε, ως τους δανειστές.

Για Πασόκους να μιλάμε τώρα!

(Α, ναι… εκείνοι πλέον δουλεύουν μαζί μας.)

Σχολιάστε

Μην μετανιώνεις; Έλα ντε…

Μας λένε από μικρές: «Ζήσε! Μην χάσεις τίποτα!»* Κι εμείς, σαν τις καλές κοπελιές που είμαστε, τρέχουμε να τα κάνουμε όλα «σωστά»: σπουδές, δουλειά, σχέση, παιδιά, υποθήκες, διατροφές, θεραπείες, γυμναστήρια…

**Και ποια η μαλάκισμένη εφηύρε αυτήν την παπαριά;**

Η ζωή δεν είναι to-do list. Είναι ένας διάδρομος με ψηλοτάκουνες, όπου γλιστράς, σκίζεσαι, και κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι οι μισοί από αυτούς που σε «υποστήριζαν» ήθελαν απλώς να σε δουν γυμνή.

«Είμαι ένα τίποτα γύρω από ένα τίποτα»
Κοιτάω πίσω και βλέπω:
– Την καριέρα που δεν έγινε ποτέ
– Τα λεφτά που χάθηκαν σε ψώνια και κακές επιλογές
– Τις σχέσεις που ήταν όλες λάθος (εκτός από μία… κι εκείνη κράτησε λιγότερο απ’όσο θα ήθελα)

Κι αν με ρωτήσεις «Τι μετανιώνεις;», η απάντηση είναι απλή: Όλα κι όχι τίποτα.

«Η ζωή είναι σαν λεσβιακό πορνό… χωρίς την οργασμένη φάτσα της τρίτης σκηνής»
Ζεις, ονειρεύεσαι, τρως χυλόπιτες. Κερδίζεις κάνα φιλί, χάνεις άλλες δέκα. Και στο τέλος; **Κανείς δεν θυμάται πόσες φορές έκανες ερωτευμένη.**

Είμαστε σαν τις μπαλαντέρες του Pride που φωνάζουν «Girl Power»… και μετά τις 2 π.μ. κλαίνε μόνες τους στο μπάνιο.

*«Γιατί να μην μετανιώσω;»
– Γιατί να μην κλάψω που έκανα λάθος;
– Γιατί να μην θυμώσω που δεν πήρα αυτό που ήθελα;
– Γιατί να μην νιώθω άδεια όταν βλέπω ότι η ζωή μου δεν άλλαξε ΤΙΠΟΤΑ;

«Τι μένει;»
– **Κανείς δεν θα έρθει στην κηδεία μου** (εκτός ίσως από την εξάχρονη ανιψιά μου, που θα ρωτάει πότε θα φάνε το κέικ)
– Κανείς δεν θα θυμάται τι έγραψα, τι φόρεσα, σε ποια πάρτι έσπασα πιάτα
– Και σε 30 χρόνια, θα είμαι απλώς μια φωτογραφία στο Instagram κάποιας που δεν θυμάται καν το όνομά μου

*«Αλλά…»
Δεν σκέφτομαι να βάλω τέλος. Ούτε με τραβάει. Απλά βλέπω την ματαιότητα, την κοινωνία που μου λέει να «χαλαρώσω» ενώ μου σφίγγει το λαιμό, και καταλαβαίνω:

Ζω. Πέθανα. Και η μόνη μου κληρονομιά είναι ένα σωρό ραντεβού με ψυχολόγους.

Και ξέρεις τι είναι το πιο αστείο;
Ούτε εσύ θα γράψεις τίποτα.

(Και αν διαφωνείς, πες μου… όταν βγούμε για ποτό. Θα το πληρώσεις εσύ, γιατί εγώ έχω σκοτώσει την μπάτζα μου.)

.* Ναι, το ξέρω… αυτό το κείμενο είναι σαν την πρώτη μου φορά με γυναίκα. Χαώδες, υπερβολικό, και με λίγο too much μούσι.

Σχολιάστε

Μάτσο, μπάλες, γυναίκες και νόμος

**«Μόνο εγώ; Όχι, μάγκα…»**

Μερικές φορές φοβάμαι να ξαναδώ τις παλιές μου φωτογραφίες, γιατί κι εγώ είμαι προϊόν της εποχής μου. Κι εγώ έλεγα στη γυναίκα μου «Μη μου τη σπάς» και «Πού να βγεις εσύ τώρα;». Κι εγώ γέλαγα με τις μαλακίες του Ρούλη, με τις «παρέες» που έκαναν πλάκα στον πούστη, με τις ταινίες που ο μαύρος ήταν πάντα ο μπάρμπας ή ο κλόουν. Κι εγώ είχα μάθει ότι η ζωή είναι μπάλα, μπύρες και γυναίκες να σωπαίνουν όταν μιλάει ο άντρας.

Και τώρα κάθομαι και ρωτάω: Από όλα αυτά που λέγαμε, που κάναμε, τι θα μείνει; Τι θα πει «καλός άντρας» σε λίγα χρόνια; Θα με θυμούνται σαν κάτι σκληρό, ή σαν έναν καραγκιόζη που νόμιζε ότι το πήδημα είναι αθλητικό;

Ποιοι είστε εσείς, ρε; Πότε ζήσατε σε άλλο πλανήτη; Μόνο εγώ άκουγα το θείο μου να λέει στη θεία «Έλα εδώ, μωρή, μη μου την πέφτεις» και να της δίνει μια χαστούκα για το καλό της; Μόνο εγώ έβλεπα τον κολλητό μου να φλερτάρει τη σερβιτόρα μπροστά στη γυναίκα του και μετά να λέει «Ε, τι έγινε, αστείο ήταν»;

Μόνο εγώ έπρεπε να πιω για να δείξω ότι είμαι αρχίδι, αλλιώς με έλεγαν «πούστη»; Μόνο εγώ έσπαγα πλάκα με τις «καυλές» που έτρωγαν οι φίλοι μου στις 15χρονες, λες και ήταν τροφοδοτικό για το εγώ τους; Μόνο εγώ έπρεπε να γαμάω σαν τρελός για να μην νιώθω λιγότερος;

Και ξέρεις τι είναι το αστείο; Όλοι το κάναμε. Όλοι το βλέπαμε. Απλά κάποιοι ακόμα νομίζουν ότι αυτό είναι «φυσικό».

Και τώρα έρχεται ο κάθε μλκς και λέει «Θα την αδειάσω το πακέτο» και ο κόσμος σοκάρεται. Λέει «βιασμός» και όλοι τρέχουν να τον φάνε, αντί να ρωτήσουν: **Γιατί ο νόμος ακόμα τον βλέπει ως «παρεξήγηση» και όχι ως έγκλημα;**

Αυτός ο τύπος; Μια τρίχα. Ένας μικροαπατεώνας που νομίζει ότι το να φωνάζει τον κάνει άλφα. Αλλά εσύ, που τώρα θυμώνεις, θυμήσου: Πόσες φορές έγραψες «γυναίκα drivers» σε σχόλιο; Πόσες φορές είπες «Αυτή το ήθελε»; Πόσες φορές έπρεπε να σκιστείς για να μην σε πουν «αρχίδι» επειδή δεν πήδηξες ό,τι κουνιόταν;

Και ξέρεις τι αλλάζει τελικά; **Ο νόμος.** Όχι οι «αξίες», όχι οι «συζητήσεις». Όταν έβαλαν πρόστιμο τη ζώνη, όλοι τη φορέσαμε. Όταν έγινε ντροπή να χτυπάς τη γυναίκα σου, ξαφνικά «κανείς» δεν το έκανε.

Οπότε σταμάτα το θέατρο. Αν θες αλλαγή, πίεσε για 25 χρόνια κάθειρξη για βιασμό. Όχι για «κατάργηση καναλιού». Γιατί οι μλκς είναι απλώς η φτηνή εκδοχή ενός κόσμου που **εσύ** βοήθησες να φτιαχτεί.

Και εσύ; Πότε θα το δεις;

Σχολιάστε

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε